Και να που οι αντοχές σου σε εγκατέλειψαν.. Έβαλες σίγαση στη φωνή της λογικής και αφού έκανες στάχτη τα απομεινάρια της αξιοπρέπειάς σου.. έβαλες την καρδιά παραμάσχαλα και το σκας..

Από πού άραγε; Από σένα ή από τους άλλους;

Δεν απαντάς, όμως περπατάς δίχως να ρίχνεις καν κλεφτές ματιές σε ότι αφήνεις. Το βήμα σου είναι σταθερό και αποφασιστικό.

Δε μουρμουράς. Δεν κλαψουρίζεις. Δεν αγκομαχάς. Απόλυτη σιωπή που γίνεται ένα με το απόλυτο σκοτάδι.

Μόνο ο ήχος από τα ροδάκια της βαλίτσας που σέρνεις σπάει αυτο το αμήχανο σκηνικό. Θες να βρεθείς μακριά από ότι σου τσάκισε τα φτερά. Μακριά από αυτούς που εκμεταλλεύτηκαν τη δύναμή σου. Τη δύναμη του να αγαπάς βαθιά και να δίνεσαι ολοκληρωτικά με μόνο αντάλλαγμα μια θέση ολοένα και πιο κοντά σε ότι έχεις ονειρευτεί.

Μα αυτή η φυγή… αφήνει αποτύπωμα . Στην αγκαλιά σου κρατάς άτσαλα μα σφιχτά.. μια καρδιά που αιμορραγεί. Αφήνει στο διάβα σου τα ίχνη από τον πόνο της διαλυμένης ύπαρξής σου.

Σωπαίνω. Δαγκώνω τα χείλη μου και κάνω πιο αργό το βηματισμό μου μένοντας μέτρα ξωπίσω σου..

Μα τί κουβαλάς σε αυτή την βαλίτσα ; Τί μπορεί να έχει τόση αξία στην κατάσταση που βρίσκεσαι πέρα από τη φυγή;

Σταματάς, γυρνάς και…

«Τίποτα!» μου λές..

«Δεν κουβαλώ τίποτα! Μόνο λίγα πούπουλα, για να βάλω αυτή την καρδούλα να ξαποστάσει.

Για να τη φροντίσω. Για να την κανακέψω. Για να επουλωθούν οι πληγές της.

Και μένω να σε κοιτώ αποσβολωμένος. Προσπαθώ να αρθρώσω μια λέξη δίνοντας χρόνο στη σκέψη μου να συγκροτηθεί.

Και μετά;

«Και μετά.. έχει ο Θεός»

MoniaMakri